Translations

EL EN FR et
More by Daniel Scholten

Για την Ε.Ε., το κίνητρο για τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια δεν είναι μόνο οικολογικό αλλά και γεωπολιτικό. Ο Ντάνιελ Σόλτεν (Daniel Scholten) αναλύει τις ανατροπές που μπορεί να αντιμετωπίσει η Ευρώπη στο δρόμο για την υλοποίηση του στόχου της να αποκτήσει θέση παγκόσμιου ηγέτη στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ενώ η Πράσινη Συμφωνία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (Ursula von der Leyen), Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μπορεί να είναι μια κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, ένα συνεκτικό σχέδιο με πολιτική υποστήριξη κρίνεται ουσιαστικής σημασίας προκειμένου η Ε.Ε. να διαμορφώσει μια βιώσιμη και συντονισμένη πολιτική ενεργειακής ασφάλειας. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει τα γεωπολιτικά οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τα επιδιώκει ενεργά. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν αποτελούν απλώς πολιτική προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής και της ρύπανσης, αλλά το δρόμο προς την ενεργειακή ασφάλεια, τη βιομηχανική ισχύ και την παγκόσμια σταθερότητα. 

Οι ίδιες οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ωστόσο παρουσιάζουν στρατηγικές προκλήσεις. Στο εσωτερικό, εισάγει μια νέα ενεργειακή πολιτική με τη δυνατότητα να προκαλέσει προβλήματα μεταξύ των μελών της. Πώς θα πρέπει να είναι στο μέλλον το ολοκληρωμένο ενεργειακό σύστημα της Ευρώπης και πώς θα πρέπει να επιμεριστούν το κόστος και τα οφέλη; Ενώ η Ε.Ε. θέτει φιλόδοξους στόχους για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δεν διαθέτει κανένα σχέδιο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να λειτουργεί ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα στο μέλλον ή σχετικά με τη διαχείριση μιας μετάβασης πολλαπλών ταχυτήτων. Στο εξωτερικό, οι νέες αλυσίδες εφοδιασμού, η διασύνδεση υλικών, πηγών, τεχνολογιών παραγωγής και οδών διανομής θα συνεπάγονται νέες αβεβαιότητες, ενεργειακά σύνορα και εξαρτήσεις. Στο οικονομικό μέτωπο, οι θέσεις εργασίας και η ευημερία που υπόσχονται οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εξαρτώνται από το αν η Ε.Ε. θα αναρριχηθεί στην κορυφή του ανταγωνισμού για την καθαρή τεχνολογία. 

Η γεωπολιτική των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας 

Οι γεωπολιτικές επιπτώσεις των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έχουν τύχει αυξημένης προσοχής τα τελευταία χρόνια και οι μελετητές διακρίνουν τόσο τα οφέλη όσο και τα μειονεκτήματα της μετάβασης.  

Αφενός, η άφθονη και διαδεδομένη φύση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας επιτρέπει μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή, μειώνοντας την εξάρτηση από τις εισαγωγές και βελτιώνοντας τα εμπορικά ισοζύγια των σημερινών εισαγωγέων ορυκτών καυσίμων. Οι χώρες γίνονται κατ’ ουσίαν παραγωγοί-καταναλωτές, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το δίλημμα «κατασκευή ή αγορά;» μεταξύ των φθηνών εισαγωγών και της εξασφάλισης της εγχώριας προσφοράς. Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουν αξιόπιστους εμπορικούς εταίρους τώρα που περισσότερες χώρες είναι παραγωγοί. Η ηλεκτρική ενέργεια είναι ο φορέας των περισσότερων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Καθώς η ηλεκτρική ενέργεια χαρακτηρίζεται από απώλειες σε μεγάλες αποστάσεις, το εμπόριο ενέργειας είναι πιθανό να καταστεί πιο τοπικό. Κατά πάσα πιθανότητα θα εμφανίζονται λιγότερες εμπλοκές στη Μέση Ανατολή και ανησυχίες σχετικά με τα σημεία συμφόρησης στις μεταφορές, όπως η διώρυγα του Σουέζ, οι πορθμοί της Μαλάκα ή οι αγωγοί σε αναξιόπιστες χώρες διαμετακόμισης. Αντί για παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, επιλογή πλέον αποτελούν οι κοινότητες εντός δικτύου (όπου οι χώρες διαχειρίζονται από κοινού ένα σύστημα ενέργειας με τους γείτονες τους). Ένας νέος κλάδος αναδύεται όσον αφορά τις καθαρές τεχνολογίες παραγωγής, τα συστήματα υποστήριξης και αποθήκευσης, την παροχή θέσεων εργασίας και τα έσοδα. Τέλος, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συμβάλλουν στην τοπική και παγκόσμια σταθερότητα. Σε τοπικό επίπεδο, η αποκεντρωμένη παραγωγή διευκολύνει την οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική ενδυνάμωση. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μειώνουν τη ρύπανση και τις εκπομπές και, ως εκ τούτου, μειώνουν την πιθανότητα συγκρούσεων και μετανάστευσης. 

Από την άλλη πλευρά, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα μπορούσαν να αυξήσουν τη κλαδική αντιπαλότητα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Κίνας και άλλων παιχτών καθαρής τεχνολογίας. Θα ανταγωνιστούν για παγκόσμια μερίδια αγοράς, πρόσβαση σε κρίσιμα υλικά και τεχνική τεχνογνωσία. Η μετάβαση εγείρει επίσης ανησυχίες στους σημερινούς εξαγωγείς ορυκτών καυσίμων σχετικά με τα εγκαταλελειμμένα περιουσιακά στοιχεία πετρελαίου και φυσικού αερίου και την πολιτική αστάθεια. Ένας άλλος παράγοντας είναι η περιοδικότητα της ηλιακής και αιολικής ενέργειας. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προβληματίζονται από το γεγονός ότι δεν διαθέτουν όλες οι χώρες φθηνά μέσα αποθήκευσης, όπως αλπικές λίμνες, διασφαλίζοντας έτσι ότι η φθηνή ηλεκτρική ενέργεια είναι διαθέσιμη την κατάλληλη στιγμή. Η πολιτική για τα δίκτυα θα αντικαταστήσει την πολιτική για τους αγωγούς, καθώς η ιδιοκτησία των γραμμών διασύνδεσης αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για τον έλεγχο των ροών και για την προστασία των εγχώριων αγορών. Ακόμη και αν το τελικό αποτέλεσμα της ενεργειακής μετάβασης υπόσχεται οφέλη, η διαδικασία εμπεριέχει πολλές αβεβαιότητες, καθώς οι χώρες προσαρμόζουν τις υποδομές τους και αλλάζουν εμπορικούς εταίρους. 

Η ενεργειακή πολιτική της Ε.Ε. και τα οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας 

Η Ε.Ε. επιθυμεί να είναι παγκόσμιος ηγέτης στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στους στόχους της αναφέρεται ότι, έως το 2030, το 32% του ενεργειακού μείγματος της Ε.Ε. θα πρέπει να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Έχει επίσης προωθήσει τον κλάδο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως μέρος του πλαισίου πολιτικής της για την ενέργεια και το κλίμα, με τη στρατηγική του «Καθαρού πλανήτη για όλους» που αποσκοπεί σε μια κλιματικά ουδέτερη Ε.Ε. έως το 2050. 

Τέτοια μέτρα δεν αποτελούν αυτοσκοπό · είναι περίπλοκα συνυφασμένα με τους στρατηγικούς στόχους της Ε.Ε. Στη στρατηγική της για την ενεργειακή ασφάλεια του 2014 και στη δέσμη μέτρων της για την Ενεργειακή Ένωση του 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απευθύνει έκκληση για ασφαλή, ανταγωνιστική και βιώσιμη ενέργεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ενεργειακή Ένωση καλύπτει πέντε βασικούς τομείς. Ο πρώτος αφορά την ασφάλεια, την αλληλεγγύη και την εμπιστοσύνη. Ζητά τη διαφοροποίηση της προέλευσης, των πηγών και των οδών, καθώς και την ενίσχυση των μηχανισμών έκτακτης ανάγκης και αλληλεγγύης και των υποδομών ζωτικής σημασίας (ικανότητα αποθήκευσης, σχέδια έκτακτης ανάγκης και ικανότητα ανακατεύθυνσης των ροών ενέργειας), καθώς και τη συνεργασία για μια κοινή εξωτερική φωνή. Ο δεύτερος αποσκοπεί σε μια πλήρως ολοκληρωμένη εσωτερική αγορά που εγγυάται την ελεύθερη ροή ενέργειας μέσω επαρκών υποδομών χωρίς τεχνικά και ρυθμιστικά εμπόδια. Ο τρίτος είναι η ενεργειακή απόδοση, συμπεριλαμβανομένης τόσο της συγκράτησης της ζήτησης όσο και της παραγωγής και διανομής με λιγότερα απόβλητα. Περισσότερα αποτελέσματα με λιγότερα μέσα συνεπάγεται λιγότερες εισαγωγές και καλύτερα εμπορικά ισοζύγια. Ο τέταρτος αφορά τη δράση για το κλίμα και την απαλλαγή της οικονομίας από τις ανθρακούχες εκπομπές, συνδέεται στενά με τη συμφωνία του Παρισιού και τη φιλοδοξία της Ε.Ε. για ηγετική θέση στον τομέα του κλίματος. Τέλος, η Ενεργειακή Ένωση καλεί για έρευνα, καινοτομία και ανταγωνιστικότητα με στόχο τη στήριξη των νέων τεχνολογιών και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και εσόδων. 

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντιπροσωπεύουν την πορεία που επέλεξε η Ε.Ε. για να διαφοροποιηθεί από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, να βελτιώσει την ενεργειακή ασφάλεια και να αποδεσμευτεί από τους παλαιούς δεσμούς ώστε να συνάψει νέες εμπορικές σχέσεις από μια ηγετική θέση στον κλάδο. Όσον αφορά την ήπια ισχύ, η εξάπλωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αναμένεται να στηρίξει τους ισχυρισμούς περί πολιτικής ηγεσίας στις κλιματικές υποθέσεις και επιρροής σε άλλους τομείς. Αλλά τα οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν θα υλοποιηθούν από μόνα τους. Η Ε.Ε. πρέπει ακόμη να ξεπεράσει μια σειρά εμποδίων, τόσο στο εσωτερικό της όσο και στο εξωτερικό.  

Προκλήσεις στο εσωτερικό της Ε.Ε. 

Η ενσωμάτωση των συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μοιάζει με μια στρατηγική χωρίς στόχο. Η εισαγωγή ανανεώσιμων πηγών στα υπάρχοντα ενεργειακά συστήματα απαιτεί μεγάλη προσπάθεια και συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών προκειμένου να αποφευχθούν οι διακοπές ρεύματος και να αξιοποιηθούν στο έπακρο τα φυσικά πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν οι διάφορες χώρες. Ωστόσο, στην παρούσα μορφή της, η Ε.Ε. δεν είναι σαφής σχετικά με το ποια μορφή θα πρέπει να έχει το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα μετά τη μετάβαση. Κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ποιες (ανανεώσιμες) πηγές ενέργειας θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ηλεκτρική ενέργεια, τη θέρμανση και την κινητικότητα και πού θα παράγονται; Ποιος θα είναι ο ιδανικός συνδυασμός ηλεκτρικής ενέργειας και αερίων (όπως το φυσικό αέριο ή το υδρογόνο) για ένα ισχυρό ενεργειακό σύστημα; Πόση ζήτηση θα καλυφθεί μέσω της αποκεντρωμένης παραγωγής και των μικροδικτύων και πόση ικανότητα διασύνδεσης υψηλής τάσης χρειαζόμαστε; Πώς και πού θα αποθηκεύεται η ενέργεια; Ποιος πρέπει να χειρίζεται ποια μέρη του συστήματος; Ενώ η Ε.Ε. αποφασίζει για τους στόχους ανανεώσιμης ενέργειας όπως το 32 τοις εκατό μέχρι το 2030, η υλοποίηση τους επαφίεται στα κράτη μέλη. Από ευρωπαϊκή σκοπιά, ουσιαστικά επιδιώκεται μια διαδικασία στο άγνωστο, καθώς κάθε χώρα έχει τις δικές της πολιτικές προτεραιότητες και ενεργειακές προτιμήσεις. 

Αυτή η έλλειψη σαφούς προορισμού έχει τρεις επιζήμιες συνέπειες. Πρώτον, υπάρχει κίνδυνος περιττών δαπανών για πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Γιατί να δημιουργήσουμε πλεονάζουσες δυνατότητες αποθήκευσης ή μόνιμα αποθέματα εάν η διασύνδεση θα μπορούσε να είναι εξίσου αποτελεσματική; Δεύτερον, η ενεργειακή ασφάλεια της Ε.Ε. επωφελείται από τον συντονισμό μεταξύ των προσπαθειών στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Για παράδειγμα, ενώ η ταχύτατη στροφή όλων των χωρών προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να ωφελεί το κλίμα, όσον αφορά τη σταθερότητα του δικτύου μπορεί να είναι ασφαλέστερο, εάν ορισμένες χώρες διατηρήσουν προς το παρόν σημαντική ποσότητα ορυκτών καυσίμων ώστε να αντιμετωπιστούν τυχόν διακοπές αλλού. Διαλείπουσες επιπτώσεις έχουν ήδη παρουσιαστεί σε διασυνοριακό επίπεδο, οδηγώντας σε διαφωνίες και οι χώρες μετατοπίζουν τη φάση ώστε να προβλέψουν ανεπιθύμητες διακυμάνσεις. Τρίτον, χωρίς σχέδιο, απουσιάζει η θεώρηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι αλυσίδες εφοδιασμού θα αλλάξουν κατά τη διάρκεια της ενεργειακής μετάβασης. 

Όσον αφορά την ήπια ισχύ, η εξάπλωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αυξάνεται να στηρίξει τους ισχυρούς για την πολιτική ηγεσία στις κλιματικές υποθέσεις και επιρροές σε άλλους τομείς.

Είναι απίθανο ότι τα οφέλη της ανανεώσιμης ενέργειας θα κατανεμηθούν εξίσου μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. Η απλή επιδίωξη μιας ρυθμιζόμενης εσωτερικής αγοράς μπορεί να είναι ανεπαρκής για την αντιμετώπιση των πολιτικών προκλήσεων όσον αφορά την εύρυθμη λειτουργία της ίδιας αγοράς. Υπό το πρίσμα αυτό, η ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια επηρεάζεται από τις διαφορετικές ταχύτητες με τις οποίες εξελίσσεται η ενεργειακή μετάβαση μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. Εν ολίγοις, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θεωρούνται ως αμοιβαία επωφελείς στη Δύση και ως μονομερώς επωφελείς στην Ανατολή. Ενώ για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντιπροσωπεύουν πολιτική ανεξαρτησία και βιομηχανικές ευκαιρίες, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αξιοποιούν το δυναμικό τους όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού, αλλά ανησυχούν για το εργατικό δυναμικό τους στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων και τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας. Οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζουν αποκλίνοντα εθνικά συμφέροντα ενεργειακής ασφάλειας και οδηγούν σε διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να υπονομεύσει τις ενεργειακές σχέσεις μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια και την Ενεργειακή Ένωση. Οι χώρες θα ελέγχουν τις διασυνοριακές ροές ενέργειας για την εξυπηρέτηση των εθνικών τους συμφερόντων και όχι των ευρωπαϊκών, για παράδειγμα, εμποδίζοντας τις ροές για την προστασία των εγχώριων αγορών από τη φθηνή ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Οι διαφορές αυτές θα εμποδίσουν τη δημιουργία κοινής φωνής προς τα έξω σε ενεργειακά θέματα και θα αφήσουν την Ε.Ε. ανοικτή σε τακτικές διαίρει και βασίλευε από μεριάς της Ρωσίας, της Κίνας και των Η.Π.Α. Το γεγονός ότι τα οφέλη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν κατανέμονται πιο ομοιόμορφα μεταξύ των μελών της Ε.Ε. θα συνεχίζει να δρα ως εκτεθειμένη αχίλλειος πτέρνα. 

Η κεντρική θέση της Γερμανίας στις ενεργειακές ροές και αγορές της Ε.Ε. είναι ένα άλλο πολιτικό ζήτημα. Καθώς βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης, οι περισσότερες ενεργειακές ροές Βορρά-Νότου και Ανατολής-Δύσης διασχίζουν τα σύνορα της. Λαμβανομένης υπόψη της γερμανικής οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον αυτό είναι επιθυμητό για την Ε.Ε. στο σύνολο της. Ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα δεν θα ήταν πιο ανθεκτικό, εάν η νέα ικανότητα διασύνδεσης στόχευε σε διαδρομές από τη δύση προς την ανατολή τόσο μέσω της Σκανδιναβίας και νότια των Άλπεων, όσο και από το βορρά προς το νότο μέσω της Γαλλίας και των Κάτω Χωρών και μέσω της Ομάδας Βίσεγκραντ; 

Στρατηγικοί προβληματισμοί στο εξωτερικό 

Όσον αφορά το εξωτερικό, η Ε.Ε. πρέπει να επαναξιολογήσει τα ενεργειακά της σύνορα. Σήμερα το εμπόριο ενέργειας διεξάγεται με τη Ρωσία, τη Νορβηγία, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, με σημαντικές οδούς διαμετακόμισης στην Ουκρανία και την Τουρκία. Ως εκ τούτου, η πολιτική γειτονίας της Ε.Ε. είναι η πλέον κατάλληλη για τον χειρισμό της ενέργειας. Με τη μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η περισσότερη εγχώρια (και τοπική) παραγωγή, ο ηλεκτρικός χαρακτήρας των μεταφορών και η ανάγκη για κρίσιμα υλικά καθαρής τεχνολογίας θα μεταβάλλουν τις σχέσεις της Ε.Ε. με αυτές τις χώρες. Πιο ουσιαστικά, το ερώτημα είναι ποιες νέες ενεργειακές σχέσεις θα αντικαταστήσουν τις παλιές; Ποιες χώρες θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στις μελλοντικές ενεργειακές ανάγκες της Ευρώπης; Δεδομένου ότι η Ε.Ε. δεν διαθέτει συστημικό σχέδιο ή θεώρηση σχετικά με τις μελλοντικές αλυσίδες εφοδιασμού, ακόμη και αν ορισμένες χώρες διαθέτουν στρατηγικές για τα κρίσιμα υλικά, είναι δύσκολο να προβλεφθούν τα νέα ενεργειακά σύνορα και οι εταίροι της Ευρώπης. Επιπλέον, δεν πρόκειται μόνο για τις ανάγκες της Ευρώπης. Ένα ανοικτό ερώτημα παραμένει και ο τρόπος με τον οποίο οι υπόλοιπες χώρες αντιλαμβάνονται την ενεργειακή μετάβαση. Θα κατορθώσουν χώρες όπως η Κίνα και οι Η.Π.Α. να αποκτήσουν μεγαλύτερη πρόσβαση στους πιθανούς μελλοντικούς εμπορικούς εταίρους της Ευρώπης; Η κατανόηση των μελλοντικών αναγκών και της πορείας άλλων χωρών, πρωτίστως της Ρωσίας και των εξαγωγέων της Μέσης Ανατολής, θα βοηθήσει στη διαχείριση των ανησυχιών και των προσδοκιών και στην ανάπτυξη εναλλακτικών έργων με εταίρους όπως η Ουκρανία, η Τουρκία, η Ανατολική Μεσόγειος και η Βόρεια Αφρική. 

Υπό το πρίσμα αυτό, ακόμη και χωρίς ένα σχέδιο των μελλοντικών αλυσίδων εφοδιασμού, μπορούμε να προβλέψουμε τέσσερις στρατηγικές ανοικτές σε κατηγορίες χωρών για την αντιμετώπιση των διαφοροποιημένων επιπτώσεων της ενεργειακής μετάβασης. Πρώτον, ένας μικρός αριθμός των σημερινών καθαρών εισαγωγέων ορυκτών καυσίμων θα μπορούσε να γίνει δυνητικός ηγέτης στον τομέα της καθαρής τεχνολογίας. Πρόκειται ουσιαστικά για την Ε.Ε. και τους κλαδικούς ανταγωνιστές της, όπως η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Θα απαιτηθεί από την Ε.Ε. η στήριξη της βιομηχανικής πολιτικής προκειμένου να ανταγωνιστεί άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως και οι επενδύσεις στις σχέσεις τόσο με τους προμηθευτές υλικών όσο και με τις προσοδοφόρες εξαγωγικές αγορές. Δεύτερον, οι περισσότερες χώρες που είναι σήμερα καθαροί εισαγωγείς ορυκτών καυσίμων δεν θα γίνουν ηγέτες στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αντιθέτως, οι χώρες αυτές θα καταστούν ενδιαφέρουσες εξαγωγικές αγορές για την Ε.Ε., για τις οποίες θα προκύψει κλαδική αντιπαλότητα. Στόχος θα πρέπει να είναι να πεισθούν οι χώρες αυτές να υιοθετήσουν τις τεχνολογίες και τα πρότυπα υποδομών της Ε.Ε. ώστε να εξασφαλιστούν μακροπρόθεσμες σχέσεις. Τρίτον, ορισμένοι σημερινοί εξαγωγείς ορυκτών καυσίμων θα κατορθώσουν να διαφοροποιήσουν την οικονομία τους, ενδεχομένως μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Σαουδική Αραβία είναι ένα πιθανό παράδειγμα. Για την Ε.Ε., οι χώρες αυτές αντιπροσωπεύουν συνεχιζόμενες αλλά μεταβαλλόμενες σχέσεις. Ο στόχος εδώ είναι να διατηρηθούν καλές σχέσεις αντιμετωπίζοντας αυτή τη μετάβαση από κοινού, με συντονισμένο τρόπο. Η προσέγγιση αυτή θα συμβάλει επίσης στη διατήρηση απόστασης από τους κλαδικούς ανταγωνιστές. Τέλος, ορισμένοι σημερινοί εξαγωγείς ορυκτών καυσίμων θα γίνουν εισαγωγείς (τεχνολογίας) ανανεώσιμης ενέργειας. Οι χώρες αυτές είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν πολιτικές αναταραχές εάν εξαφανιστεί η κύρια πηγή εισοδήματος τους. Είναι επίσης πιθανό να επιλέξουν τις φθηνότερες εισαγωγές καθαρής τεχνολογίας. Για την Ε.Ε., οι χώρες αυτές θα χάσουν τη σημασία τους, αλλά μπορεί να χρειαστεί προσοχή εάν βρίσκονται στα σύνορα της Ευρώπης και παρουσιαστεί αστάθεια. Στην ουσία, η Ε.Ε. θα πρέπει να υποβαθμίσει με χάρη τις τρέχουσες σχέσεις, ενδεχομένως μετατοπίζοντας τη συνεργασία σε άλλους τομείς. 

Τα αναμενόμενα οικονομικά οφέλη από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εξαρτώνται από το αν η Ε.Ε. θα αναδυθεί ισχυρότερη στον ανταγωνισμό για την καθαρή τεχνολογία. Η Ε.Ε. επιθυμεί την παγκόσμια βιομηχανική υπεροχή και προωθεί τις βιομηχανίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ωστόσο ακολουθεί μια πολύ οικονομική πορεία σε έναν κόσμο που είναι όλο και πιο πολυπολικός και κατακερματισμένος, δηλαδή πολιτικός. Η ανταγωνιστική βιομηχανία και η εστίαση στην πνευματική ιδιοκτησία ενδέχεται να μην επαρκούν για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε ξένες αγορές και κρίσιμες εισροές. Μια ευρωπαϊκή και κινεζική πρωτοβουλία πολλαπλών ταχυτήτων, όπως η πρωτοβουλία 16+1 για την προώθηση της συνεργασίας με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, σημαίνει ότι η Ε.Ε. αντιμετωπίζει προκλήσεις στην εγχώρια αγορά της, μειώνοντας το δυναμικό για οικονομίες κλίμακας, βιομηχανική ανάπτυξη και παγκόσμια ανταγωνιστικότητα. Η Ε.Ε. καλά θα κάνει να αναπτύξει σύντομα μια στρατηγική για την Ανατολική Ευρώπη και το εγγύς εξωτερικό της. Η ενσωμάτωση σε μια ενεργειακή υποδομή που κυριαρχείται από τεχνολογίες και πρότυπα της Ε.Ε. θα καθιστούσε την εκεί πώληση των τεχνολογιών δυσκολότερη για τους ανταγωνιστές στο μέλλον. Με πολλούς τρόπους, η Ε.Ε. θα πρέπει να προσεγγίσει το θέμα αυτό όχι ως πώληση τεχνολογιών παραγωγής ή αγορά αφρικανικής ηλιακής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά ως δέσμη μέτρων: συνεργασία για τις ενεργειακές πηγές, τα κρίσιμα υλικά, τις τεχνολογίες παραγωγής, τα μέσα διανομής και τα μέσα αποθήκευσης που παρέχονται στο πλαίσιο μιας σχέσης που συνδυάζει την ενέργεια, τις υποδομές και τη βιομηχανική πολιτική. Αυτή η προσέγγιση θα είναι σαν να συνδέει η Κίνα την πρωτοβουλία «Μία Ζώνη – Ένας Δρόμος» με τις προσπάθειες που καταβάλλει η όλη ηλεκτρική κοινωνία με επίκεντρο τις τεχνολογικές αλυσίδες συσσωρευτών, και θα σημαίνει επανεξέταση των νέων ενεργειακών συνόρων της Ευρώπης για τη στήριξη της βιομηχανικής στρατηγικής, όπου αυτό είναι δυνατό. 

Πώς θα επιτευχθεί 

Ο διάσημος Πρώσος στρατιωτικός θεωρητικός Καρλ φον Κλάουζεβιτς (Carl von Clausewitz) έκανε μια σημαντική διάκριση μεταξύ στόχων, στρατηγικών και τακτικών: «Οι τακτικές είναι η χρήση ενόπλων δυνάμεων σε μια συγκεκριμένη μάχη, ενώ η στρατηγική είναι το δόγμα της χρήσης μεμονωμένων μαχών για τους σκοπούς του πολέμου». Όπως παραφράστηκε από τον Γουίλι Πίτερσεν (Willie Pietersen), στρατηγική σημαίνει να διαλέγεις τις σωστές μάχες. Οι τακτικές έχουν να κάνουν με την επιτυχή εκτέλεση αυτών των μαχών. Ο στόχος, τέλος, θα ήταν να κερδηθεί ο πόλεμος, ο οποίος συχνά ορίζεται με συγκεκριμένο τρόπο, όπως η άνευ όρων παράδοση ή η απόσυρση των ξένων στρατευμάτων. Φαίνεται ότι η προσέγγιση της Ε.Ε. στην ενεργειακή μετάβαση μοιάζει με στρατηγική (και τακτική) χωρίς στόχο. Η Ε.Ε. μάχεται σε όλα τα μέτωπα, αλλά στερείται συνεκτικής στρατηγικής ή σαφούς στόχου για το ποια μορφή θα έχει το μελλοντικό ενεργειακό της σύστημα. Για μια συντονισμένη πολιτική ενεργειακής ασφάλειας που μπορεί να στηρίξει τις βιομηχανικές φιλοδοξίες της Ευρώπης, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα σχέδιο με πολιτική υποστήριξη. 

Η ανάπτυξη μιας τέτοιας στρατηγικής φαίνεται ουτοπική, δεδομένης της εντολής της Ε.Ε. και της εξουσίας των κρατών μελών επί της ενεργειακής πολιτικής τους. Μια πολύ πιο ρεαλιστική προσδοκία είναι η σύγχυση μεταξύ των σημερινών γραμμών. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία που αναπτύσσεται από την Πρόεδρο της Επιτροπής Ursula von der Leyen φαίνεται να ωθεί τα πράγματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Προτείνει πιο φιλόδοξους στόχους εκπομπών για το 2030, νέους φόρους άνθρακα και εκπομπών και ένα βιώσιμο επενδυτικό σχέδιο για τη στήριξη της πράσινης καινοτομίας. Είναι επίσης σημαντικό ότι αναγνωρίζει την ανάγκη για ένα Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης που θα βοηθήσει τις χώρες να απομακρυνθούν από τον άνθρακα και να επανεκπαιδεύσουν τους εργαζομένους. Ας ελπίσουμε ότι αυτό το ταμείο θα μπορέσει να ξεπεράσει τις εγγενείς διαφορές μεταξύ των προτεραιοτήτων των κρατών μελών στον τομέα της ενεργειακής ασφάλειας και να προετοιμάσει το έδαφος για πραγματική συνεργασία στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. 

More by Daniel Scholten

Cookies on our website allow us to deliver better content by enhancing our understanding of what pages are visited. Data from cookies is stored anonymously and only shared with analytics partners in an anonymised form.

Find out more about our use of cookies in our privacy policy.